English
© 2010 Νομική Βιβλιοθήκη

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


eydpelop

twitter kathimerini











ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Δημοσιεύσεις

Εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών ανεγειρόμενων μετά την 31.1.1983

ΣτΕ Ολ 3500/2009

Πρόεδρος: Μ. Βροντάκης, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Ν. Ρόζος, Σύμβουλος της Επικρατείας

Δικηγόροι: Ε. Σπηλιωτόπουλος, Σ. Σπηλιωτοπούλου,
Ε. Τριανταφύλλου, Σ. Νικολάου, Χ. Χρυσανθάκης

Οι διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται η εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών ανεγειρόμενων μετά τη θέσπιση των βασικών πολεοδομικών κανόνων που εκδόθηκαν σε εκπλήρωση της επιταγής του άρθρου 24 παρ. 2 Συντ. και κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν όρους και περιορισμούς δόμησης ή χρήσεις γης, είναι ανίσχυρες. Οι συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2, 3 και 5 απευθύνουν στον κοινό νομοθέτη και στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση την επιταγή να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Ουσιώδες στοιχείο του σχεδιασμού αυτού είναι ο καθορισμός ή η τροποποίηση των χρήσεων γης της πόλης, κριτήρια για τη χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της ανάπτυξης των οικισμών και η εξασφάλιση των καλλίτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων. Δεν επιτρέπεται η χειροτέρευση των όρων διαβίωσης με οποιονδήποτε τρόπο όπως με την επί το δυσμενέστερο μεταβολή της επιτρεπόμενης χρήσης, εάν αυτή δεν επιβάλλεται από εξαιρετικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος προς εξυπηρέτηση προέχουσας σημασίας σκοπού και μετά από στάθμιση του νομοθέτη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο ή τη νόθευσή της. Μέχρις ότου τεθούν για πρώτη φορά από τον νομοθέτη οι βασικοί κανόνες πολεοδόμησης είναι συνταγματικώς ανεκτή η πρόβλεψη της δυνατότητας εξαίρεσης από την κατεδάφιση κατασκευών, οι οποίες έχουν αυθαιρέτως ανεγερθεί πριν από την θέσπιση των κανόνων αυτών, που τίθενται εν γνώσει ακριβώς της ανωτέρω κατ' εξαίρεση δυνατότητας (παλαιές κατασκευές), αλλ΄ ως εξαιρετικής ρύθμισης και υπό όρους. Είναι όμως αντίθετες προς τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται η υπό τους αυτούς όρους εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών που ανεγείρονται μεταγενέστερα, μετά δηλαδή τη θέσπιση των ανωτέρω πολεοδομικών κανόνων και κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν τους όρους και περιορισμούς δόμησης ή τις χρήσεις γης (νέες κατασκευές). Και τούτο, διότι η εξαίρεση αυτή συνεπάγεται τη νόθευση και την ανατροπή του γενόμενου βάσει νέων πολεοδομικών κανόνων πολεοδομικού σχεδιασμού, ανατροπή που έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης. Επιβάλλεται να εκτιμάται η πολεοδομική επιβάρυνση της περιοχής, όπου βρίσκεται η κατασκευή ή η χρήση από την εξαίρεση μόνης αυτής από την κατεδάφιση και όχι από το σύνολο των ήδη εξαιρεθεισών όσο και των εξαιρούμενων από την κατεδάφιση νέων αυθαίρετων κατασκευών της περιοχής αυτής, προς την οποία εξαίρεση ταυτίζεται και η διατήρηση επανεμφανιζόμενων αλλά κατά την ισχύουσα πολεοδομική ρύθμιση μη επιτρεπόμενων πλέον χρήσεων.

Διατάξεις: άρθρα 24, 106 Συντ., 6 ΕΣΔΑ, 3 ΝΔ 688/1948,
Ν 947/1979, Ν 1337/1983, Ν 1512/1985, 19 [παρ. 3]
Ν 2831/2000, ΠΔ της 23.2.1987, 12 [παρ. 3] Ν 3207/2003,
2 Ν 2947/2001, 8 [παρ. 4, 5] Ν 3044/2008, 4 [παρ. 8, 9]
Ν 2508/1997.

[...] 3. Επειδή, με την .../28.7.2000 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Τομέα Ανατολικής Αττικής της Νομαρχίας Αθηνών επετράπη στην Μ. Ανώνυμη Εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων η «Επισκευή -Διαρρύθμιση- Ανακαίνιση Ξενοδοχείου και Κατασκευή Πισίνας και αλλαγή των όψεων» κτηρίου που φέρεται ότι ανήκει σε αυτήν και ευρίσκεται επί της οδού ..., στο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) 32 του σχεδίου πόλεως της Κοινότητας .... Αίτηση ακυρώσεως που άσκησε κατά της οικοδομικής αυτής άδειας η Κοινότητα ... ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε με την 250/22.2.2002 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Κατ' αυτής η Κοινότητα ... άσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 2900/15.10.2003 απόφασή του δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την ανωτέρω δικαστική απόφαση, δέχτηκε την αίτηση ακυρώσεως και ακύρωσε την οικοδομική άδεια. Ήδη όμως, λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση της εξαφανισθείσας αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου, η οικοδομική αυτή άδεια αναθεωρήθηκε με την .../15.3.2002 πράξη της αρχής που την είχε εκδόσει. Μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επακολούθησε η έκδοση των εξής πράξεων:

α) της .../391/28.11.2003 αποφάσεως του Τμήματος Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Βόρειου Τομέα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αθηνών - Πειραιώς, με την οποία διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες στην ανωτέρω οικοδομή.

β) Η οικ. .../13.1.2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 15.12.2003 αίτηση της ανωτέρω Α.Ε. Μ. και εξαιρέθηκαν από την κατεδάφιση οι αυθαίρετες εργασίες της εταιρείας αυτής οι οποίες «έχουν γίνει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στο χρονικό διάστημα από 26.7.2000 έως σήμερα ....».

γ) Η .../26.1.2004 απόφαση της Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία έγινε δεκτή η σχετική, από 16.1.2004 αίτηση, της αυτής Α.Ε. Μ. και, κατ' επίκληση, πλην άλλων, και της ανωτέρω υπό στοιχ. β) νομαρχιακής αποφάσεως, χορηγήθηκε άδεια για την αποπεράτωση μέχρι την 26.7.2004, ημερομηνία λήξεως ισχύος της ανωτέρω οικοδομικής αδείας και της πράξεως αναθεωρήσεως, των επισκευών που είχαν επιτραπεί με την πράξη αυτή στο κτήριο και «αφορούν ολοκλήρωση εσωτερικών και εξωτερικών χρωματισμών, τοποθετήσεις υάλινων κιγκλιδωμάτων, σταθερών επίπλων, τελικών διαμορφώσεων και μαρμαροστρώσεων περιβάλλοντος χώρου, δίκτυο αυτόματου ποτίσματος και φυτεύσεις».

δ) Η .../162/29.1.2004 απόφαση του Διευθυντή Πολεοδομίας Βόρειου Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία, συνεπεία των ανωτέρω υπό στοιχ. β) και γ) πράξεων, επιτρέπεται η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών. Δύο αιτήσεις ακυρώσεως της ... κατά των τριών τελευταίων από τις ανωτέρω πράξεις, από τις οποίες η πρώτη αίτηση στρέφεται κατά των υπό στοιχ. β) και δ) πράξεων και η δεύτερη κατά της υπό στοιχ. γ) πράξεως, συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές με την 1773/26.7.2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι ανωτέρω πράξεις ακυρώθηκαν και απορρίφθηκαν οι παρεμβάσεις της Α.Ε. Μ. και του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Κατ΄ αυτής άσκησε έφεση η Α.Ε. Μ., επί της οποίας εκδόθηκε η 3610/2007 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με οριστικές διατάξεις της τελευταίας αυτής αποφάσεως απορρίφθηκαν, πλην άλλων λόγων εφέσεως, και λόγοι περί του ότι εσφαλμένως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση ότι οι προσβληθείσες με την αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης Κοινότητας πράξεις δεν έβρισκαν νόμιμο έρεισμα σε ορισμένες διατάξεις. Παραπέμφθηκε δε με την αυτή απόφαση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ΄ άρθρο 100 παρ. 5 του Συντ., το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων α) της παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν 3044/2002 (ΦΕΚ Α΄ 197/27.8.2002) και β) της παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν 3207/2003 (ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003), επίκληση των οποίων επίσης γίνεται στο προοίμιο των κατά τα ανωτέρω προβληθεισών πράξεων ως νομίμου ερείσματός τους.

4. Επειδή νομίμως συνεχίζει τη δίκη μετά την άσκηση της ανωτέρω εφέσεως της A.E. Μ. η εταιρεία «Τ.Β. ΑΕ», η οποία απορρόφησε λόγω συγχωνεύσεως την εκκαλούσα A.E. Μ.

5. Επειδή στη δίκη παρεμβαίνει επιτρεπτώς το πρώτον ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ Ολ 2375/1988, Ολ 354/1992, Ολ 3670/2006) το σωματείο «Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων», ισχυριζόμενο ότι έχει ως μέλη, πλην άλλων τουριστικών επιχειρήσεων, και μεγάλο αριθμό ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, ότι σκοποί του, «όπως προκύπτει από το καταστατικό του, είναι μεταξύ άλλων οι εξής:

α) Η μελέτη, προστασία και προαγωγή της θέσης και της συμβολής του τουρισμού στην Εθνική Οικονομία και στο πολιτιστικό περιβάλλον της χώρας, ειδικότερα δε: 1) ... 2) Η μελέτη τουριστικής πολιτικής και τουριστικών εφαρμογών και η υποβολή σχετικών προτάσεων προς τις αρμόδιες αρχές για την υιοθέτηση μέτρων και κανόνων με στόχο την προσφορά τουριστικών υπηρεσιών υψηλού ποιοτικού επιπέδου. 3. Η ενεργός ανάμιξη του Συνδέσμου στην τουριστική και εθνική προβολή της χώρας.
β) Η μελέτη, προστασία και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων των Μελών του και η ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και αμοιβαίας υποστηρίξεως μεταξύ των Μελών του...» και ότι βλάπτονται πολλά από τα ανωτέρω μέλη του από την τυχόν κρίση περί της αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων. Το παρεμβαίνον όμως σωματείο δεν προσκομίζει επικυρωμένο αντίγραφο του καταστατικού του με βεβαίωση επ΄ αυτού καταχωρίσεως στο οικείο βιβλίο του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου και για το λόγο αυτό, δεν δύνανται να τύχουν οιασδήποτε δικαστικής εκτιμήσεως οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του περί του ότι έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρεμβάσεώς του (πρβλ. ΣτΕ 2098/2002). Επομένως, η ασκηθείσα παρά τούτου παρέμβαση είναι απορριπτέα.

6. Επειδή, επίσης επιτρεπώς παρεμβαίνει στη δίκη το πρώτον ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, το «...», που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 2 ΝΔ 688/1948, ΦΕΚ Α΄ 133). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του αυτού ΝΔ, στους κατά νόμον σκοπούς του περιλαμβάνονται, πλην άλλων, «α) Η μελέτη, η υπόδειξις και η εφαρμογή παντός μέτρου συντελούντος εις την πρόοδον, την βελτίωσιν, την αναδιοργάνωσιν των ξενοδοχείων της χώρας και εις την εν γένει εξύψωσιν του ξενοδοχειακού επαγγέλματος (επιμελητηριακόν τμήμα). β...». Έχει, συνεπώς, τούτο έννομο συμφέρον να ασκήσει παρέμβαση προς υποστήριξη της συνταγματικότητας της, τυχούσης επικλήσεως ως νομίμου ερείσματος προς έκδοση των προσβληθεισών δια της αιτήσεως ακυρώσεως πράξεων, ανωτέρω διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν 3207/2003, η οποία, όπως εκτίθεται λεπτομερώς στη σκ. 17, περιέχει ρυθμίσεις ευνοϊκές ως προς την άσκηση ξενοδοχειακής δραστηριότητας.

7. Επειδή, με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκαν με οριστική διάταξή της ως αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως της εκκαλούσας ότι εσφαλμένως απορρίφθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της ότι η αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης ήταν απορριπτέα ως ασκούμενη άνευ εννόμου συμφέροντος και αλυσιτελής, υπό την εκδοχή ότι παραμένει σε ισχύ και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της η αναφερόμενη στη σκέψη 3 .../15.3.2002 πράξη αναθεωρήσεως της .../28.7.2000 οικοδομικής άδειας. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι έχοντες το αυτό περιεχόμενο με τους ανωτέρω λόγους εφέσεως ισχυρισμοί, οι οποίοι επαναφέρονται με το υπόμνημα της εκκαλούσας ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου.

8. Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος όριζε, πριν την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ότι [...].

9. Επειδή, οι συνταγματικές αυτές διατάξεις, οι οποίες τέθηκαν για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1975, απευθύνουν στον κοινό νομοθέτη και στην κατ΄ εξουσιοδότησή του κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, την επιταγή να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, την φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Ουσιώδες στοιχείο του σχεδιασμού αυτού είναι ο καθορισμός ή η τροποποίηση των χρήσεων γης της πόλεως (ΣτΕ 451/2003), κριτήρια δε για την χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της αναπτύξεως των οικισμών και η εξασφάλιση των καλλίτερων δυνατών όρων διαβιώσεως των κατοίκων (ΣτΕ Ολ 1528/2003, 965/2007, Ολ 123/2007), μη επιτρεπομένης της χειροτερεύσεώς τους με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την επί το δυσμενέστερο μεταβολή της επιτρεπόμενης χρήσεως -αν αυτή δεν επιβάλλεται από εξαιρετικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος προς εξυπηρέτηση προέχουσας σημασίας σκοπού κατά την μετά από στάθμιση ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο- ή τη νόθευσή της (ΣτΕ 451/2003, 3756/2000). Τούτων έπεται, ότι μέχρις ότου τεθούν για πρώτη φορά από το νομοθέτη, προς εκπλήρωση της ανωτέρω, το πρώτον επίσης τεθείσης συνταγματικής επιταγής, οι βασικοί κανόνες πολεοδομήσεως, είναι συνταγματικώς ανεκτή η πρόβλεψη της δυνατότητας εξαιρέσεως από την κατεδάφιση κατασκευών που έχουν αυθαιρέτως ανεγερθεί πριν τη θέσπιση των κανόνων αυτών που τίθενται εν γνώσει ακριβώς της ανωτέρω κατ' εξαίρεση δυνατότητας (παλαιές κατασκευές), αλλά ως εξαιρετικής ρυθμίσεως και υπό όρους, ώστε αφ΄ ενός να μην αποδυναμώνεται ουσιωδώς η αποτελεσματικότητα των θεσπιζόμενων κανόνων και, αφ' ετέρου, να μην προκαλείται βλάβη σε φυσικά οικοσυστήματα, οικιστικά σύνολα και πολιτιστικά στοιχεία που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Είναι όμως αντίθετες προς την ανωτέρω συνταγματική επιταγή διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται η υπό τους αυτούς όρους εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών που ανεγείρονται μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή τη θέσπιση των ανωτέρω πολεοδομικών κανόνων, και κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν τους όρους και περιορισμούς δομήσεως ή τις χρήσεις γης (νέες κατασκευές). Και τούτο διότι η εξαίρεση αυτή από την κατεδάφιση συνεπάγεται τη νόθευση και τη συνεχή ανατροπή του γενομένου βάσει των νέων πολεοδομικών κανόνων πολεοδομικού σχεδιασμού, ανατροπή η οποία, είτε αφορά τα κτήρια και τον τρόπο δομήσεώς τους είτε τη χρήση τους, έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβιώσεως, πολλώ δε μάλλον όταν οι όροι εξαιρέσεως από την κατεδάφιση μιας νέας, παραβιάζουσας τους όρους δομήσεως αυθαίρετης κατασκευής ή διατηρήσεως μιας επανεμφανιζόμενης, αλλά μη επιτρεπομένης χρήσεως, επιβάλλουν να εκτιμάται η πολεοδομική επιβάρυνση της περιοχής, όπου ευρίσκεται η κατασκευή ή η χρήση από την εξαίρεση μόνης αυτής από την κατεδάφιση και όχι από το σύνολο των ήδη εξαιρεθεισών όσο και των εξαιρουμένων από την κατεδάφιση νέων αυθαίρετων κατασκευών της περιοχής αυτής, προς την οποία εξαίρεση ταυτίζεται και η διατήρηση επανεμφανιζόμενων αλλά κατά την ισχύουσα πολεοδομική ρύθμιση μη επιτρεπόμενων πλέον χρήσεων.

10. Επειδή, εξ άλλου, διάταξη νόμου η οποία, για να καμφθεί ο τεθείς -σε συμμόρφωση προς τη διατυπούμενη στο άρθρο 24 παρ. 2 Συντ. επιταγή- βασικός πολεοδομικός κανόνας ότι κατεδαφίζονται ανεξαιρέτως όλες οι υπό την εκτεθείσα έννοια νέες κατασκευές που παραβιάζουν τους ισχύοντες κανόνες δομήσεως και χρήσεως γης, και να εισαχθεί απόκλιση από αυτόν, θεσπίζει προς τούτο για το μέλλον ως εξαιρετική ρύθμιση την πρόβλεψη της δυνατότητας να εξαιρούνται από την κατεδάφιση αυθαίρετες κατασκευές, ακόμα και αν τίθεται υπό τη μορφή παραπομπής στο περιεχόμενο της -συνταγματικώς ανεκτής για τους προεκτεθέντες λόγους- ρυθμίσεως η οποία αφορά τις υπό την εκτεθείσα έννοια παλαιές κατασκευές, είναι αντισυνταγματική επιπροσθέτως γιατί αντιβαίνει επίσης: Αφ' ενός στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου (ήδη, μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ρητώς κατοχυρούμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος), αφ΄ ετέρου δε στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Ειδικότερα, αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, εφόσον θεμελιώδης επιδίωξη του Κράτους δικαίου είναι η πραγμάτωση του Δικαίου στην Πολιτεία, που πρωτίστως επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου. Η υποχρέωση αυτού του Κράτους επιτελείται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση πάγιων διατάξεων που ρυθμίζουν την ατομική και κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών οι οποίοι, βάσει των κανόνων αυτών και μέσα στα πλαίσια της ρυθμίσεώς τους, ασκούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και κοινωνικά τους δικαιώματα και μετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Εξ άλλου, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, επιβάλλουν στο Κράτος την υποχρέωση να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή των νόμων, να προασπίζει τα νομίμως και όχι τα παρανόμως κτηθέντα από τους πολίτες αγαθά καθώς και να σέβεται και να προάγει με κάθε πρόσφορο μέσο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο νόμο και την έννομη τάξη, την ύπαρξη και τη διατήρηση της οποίας εγγυάται η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών επιβολής και εφαρμογής του νόμου (ΣτΕ 247/1980 βλ. και ΣτΕ 278/2007). Στη δε συνταγματική αρχή της ισότητας αντιβαίνει διότι θέτει σε μειονεκτική μοίρα, έναντι εκείνων των οποίων οι ανεγερθείσες ή διαρρυθμισθείσες οικοδομές είναι αυθαίρετες λόγω παραβιάσεως των ισχυόντων όρων δομήσεως και χρήσεων γης αλλά εν τούτοις εξαιρούνται από την κατεδάφιση, τους νομοταγείς πολίτες που έχουν ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή και οι οποίοι, μολονότι ενήργησαν κατά την ανέγερση ή διαρρύθμιση της οικοδομής τους μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων τις οποίες παρείχαν οι νόμοι, θα υφίστανται του λοιπού εις το διηνεκές τις δυσμενείς πολεοδομικές συνέπειες των αυθαίρετων κατασκευών των γειτόνων τους οι οποίες, αν και επιβαρύνουν τους όρους διαβιώσεως, διαφεύγουν την κατεδάφισή τους (ΣτΕ 274/1980).

11. Επειδή, προς εκπλήρωση της ανωτέρω, διατυπούμενης στο άρθρο 24 παρ. 2 Συντ. συνταγματικής επιταγής, εκδόθηκαν οι Ν 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών (ΦΕΚ Α΄ 169) και 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ Α΄ 33). Με τον τελευταίο αυτό νόμο προβλέπεται, πλην άλλων, ο πολεοδομικός σχεδιασμός σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο συντάσσεται Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ), το οποίο καλύπτει «όλες τις πολεοδομημένες ή προς πολεοδόμηση περιοχή ενός τουλάχιστον Δήμου ή Κοινότητας» (άρθρο 2 παρ. 1 = άρθρο 38 παρ. 1 ΚΒΠΝ), περιλαμβάνει, πλην άλλων, «... τη γενική εκτίμηση των αναγκών ... σε κοινόχρηστους χώρους, κοινωφελείς εξυπηρετήσεις και δημόσιες παρεμβάσεις ή ενισχύσεις στον τομέα της στέγης, τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης ... σε συνάρτηση με τις παραπάνω ανάγκες, που αναφέρεται στις χρήσεις γης, τα κέντρα, το κύριο δίκτυο κυκλοφορίας, την πυκνότητα και το μέσο συντελεστή δόμησης και περιλαμβάνει τις τυχόν απαγορεύεις δόμησης και χρήσης ...» (άρθρο 2 παρ. 2 = άρθρο 38 παρ. 2 ΚΒΠΝ) και δημιουργεί, στην περιοχή του εγκεκριμένου σχεδίου «... το πλαίσιο για πιθανές τροποποιήσεις του» (άρθρο 2 παρ. 3 = άρθρο 38 παρ. 3 ΚΒΠΝ). Στο δεύτερο επίπεδο εκπονείται πολεοδομική μελέτη, η οποία κατά μεν το άρθρο 6 του Ν 1337/1983 «2... εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις του γενικού πολεοδομικού σχεδίου και εξειδικεύει τις προτάσεις και τα σχετικά προγράμματά του» (=άρθρο 43 παρ. 2 ΚΒΠΝ), κατά δε το άρθρο 7 αυτού, αφού εγκριθεί με π.δ/μα, «έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά τις διατάξεις του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 ...» (παρ. 2 = άρθρο 44 παρ. 2 ΚΒΠΝ). Παραλλήλως, με το υπό τον τίτλο «Αυθαίρετες κατασκευές» Κεφάλ. Β του αυτού Ν 1337/1983, που περιλαμβάνει τα άρθρα 15 έως 22, ρυθμίστηκαν τα της αντιμετωπίσεως των εχουσών προηγουμένως ανεγερθεί αυθαίρετων κατασκευών. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου 15 του αυτού Ν 1337/1983, (= άρθρο 386 παρ. 1 ΚΒΠΝ) ορίζεται ότι «Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που προβλέπονται από τις παρ. 4 και 5 του άρθρου αυτού» και, περαιτέρω, ότι «Η αναστολή ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή μη κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου» (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάσθηκε αρχικώς με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4) και τελικώς με την παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν 1772/1988, ΦΕΚ Α΄ 91). Επί πλέον δε ορίζεται ότι «Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του νομάρχη, με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού το οποίο λαμβάνει υπόψη του και τις περ. α, β και γ της παρ. 1 του άρθρου 16 του νόμου αυτού. Για τα αυθαίρετα αυτά έχουν εφαρμογή μόνον οι παρ. 1 και 3 του παρόντος άρθρου 15» (όπως τα ανωτέρω τρία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 15 αυτού προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν 1512/1985). Στις δε παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου 15

(= άρθρο 386 παρ. 2 και 3 ΚΒΠΝ) ορίζεται ότι «2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται κατά τις ισχύουσες διατάξεις τα κτίσματα που βρίσκονται α) σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης... β) μέσα στη ζώνη ασφαλείας των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών.... γ) μέσα στον αιγιαλό και τη ζώνη παραλίας..... ε) σε δημόσια κτήματα, σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, στ) σε αρχαιολογικούς χώρους και ζ) σε ρέματα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος είναι δυνατό να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου αυτού περιοχές ή κτίσματα για λόγους ασφαλείας ή που αποβαίνουν σε βάρος του πολιτιστικού ή φυσικού περιβάλλοντος ή, προκειμένου περί περιοχών σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του έτους 1923, που αποβαίνουν υπέρμετρα σε βάρος της πόλης ή του οικισμού, ή στοιχείου της πόλης ή του οικισμού που έχει ιδιάζουσα σημασία....». Με το άρθρο 16 του αυτού Ν 1337/1983 ορίζεται ότι: «1. Τα εκτός σχεδίου πόλεων... αυθαίρετα κτίσματα της παρ. 1 του άρθρου 15 που εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο και βρίσκονται σε δομήσιμους χώρους μπορεί να εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης, έστω και αν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής εφ΄ όσον ταυτόχρονα: α) δεν παραβλάπτουν υπέρμετρα την πόλη ή τον οικισμό ή στοιχείο αυτών που έχει ιδιάζουσα σημασία, με σημαντική υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και των ακάλυπτων χώρων ή με αύξηση του ύψους, β) δεν παραβλάπτουν το άμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον γενικά ή με την ειδική χρήση που έχουν και γ) δεν είναι επικίνδυνα από στατική άποψη.... 2. Δεν περιλαμβάνονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται τα αυθαίρετα κτίσματα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 15. 3. Η απόφαση για την εξαίρεση από την κατεδάφιση εκδίδεται από το νομάρχη με σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ... 7. Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και για τα αυθαίρετα κτίσματα της παρ. 1 του άρθρου 15 που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων:.....» (όπως η παρ. 7 αναριθμήθηκε από 6 με την παρ. 8 του άρθρου 8 του Ν 1512/1985 (= άρθρο 387 παρ. 1, 2 και 8 ΚΒΠΝ). Περαιτέρω, με το υπό τον τίτλο «Νέα αυθαίρετα» άρθρο 17 του αυτού Ν 1337/1983 προβλέπεται ότι «1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ...καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο.
2. ...» (= άρθρο 382 παρ. 1 ΚΒΠΝ), ενώ με το άρθρο 18 ότι «1 ... 2 ... 3 ... 4. Αυθαίρετα για την εφαρμογή των άρθρων του Κεφαλαίου Β΄ του νόμου αυτού νοούνται όσα εμπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ΝΔ 8/1983 «περί ΓΟΚ» όπως ισχύει ....» (= άρθρο 383 παρ. 4 ΚΒΠΝ). Τέλος, με το άρθρο 22 του νεότερου και ήδη ισχύοντος ΓΟΚ του 1985 (Ν 1577/1985, ΦΕΚ Α΄ 210) ορίζεται ότι «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως .... η .... επισκευή, διαρρύθμιση ... κτηρίων ... 2. ... 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ' υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές με τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν 1337/1983 όπως ισχύουν ....». Στην ίδια παρ. 3 του άρθρου 22 αρχικώς είχε ορισθεί περαιτέρω ότι «Σε περίπτωση αυθαίρετης κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι .... να μεριμνήσουν ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά .... για να εκδοθεί ή αναθεωρηθεί τυχόν υφιστάμενη οικοδομική άδεια, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν 1337/1983, όπως ισχύει ....», τα εδάφια όμως αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν 2831/2000 (ΦΕΚ Α΄ 140) ως εξής : «Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής αδείας. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνον τα πρόστιμα ....». Τέλος, με το από 23.2.1987 ΠΔ «Κατηγορίες και περιεχόμενο χρήσεων γης» (ΦΕΚ Δ΄ 166/6.3.1987) καθορίστηκαν οι χρήσεις γης στις περιοχές των ΓΠΣ, προβλεπομένου ότι στο περιεχόμενο της κατηγορίας «αμιγής κατοικία» περιλαμβάνεται, πλην άλλων η ειδικότερη χρήση «2. Ξενώνες μικρού δυναμικού (περί τις 20 κλίνες)» (άρθρο 2 = άρθρο 231 περ. 2 ΚΒΠΝ) και όχι η ειδικώτερη χρήση «ξενοδοχεία», που περιλαμβάνεται στην κατηγορία «γενική κατοικία» για μονάδες με δυναμικότητα έως 100 κλίνες (άρθρο 3 περ. 2 = άρθρο 232 περ. 2 ΚΒΠΝ) και στην κατηγορία «πολεοδομικά κέντρα» και «τουρισμός-αναψυχή» χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό κλινών (άρθρα 4 περ. 2 και 8 περ. 1, αντιστοίχως = άρθρα 233 περ. 2 και 237 περ. 1 ΚΒΠΝ).

12. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Με αυτές, προς εκπλήρωση της αναφερόμενης στη σκέψη 8 συνταγματικής επιταγής, θεσπίστηκαν επί νέας βάσεως οι κανόνες του πολεοδομικού σχεδιασμού. Οι ανωτέρω κανόνες περιλαμβάνουν, πλην άλλων, το σύστημα της «τυποποιήσεως» των χρήσεων γης. Κατ' αυτό, οι χρήσεις γης κατατάσσονται σε κατηγορίες, όπως «Αμιγής κατοικία», «Γενική κατοικία» κ.λπ., εκάστη των οποίων έχει ως περιεχόμενο ειδικές χρήσεις, απαγορευομένης της νοθεύσεως των κατηγοριών με την προσθήκη σε κάποια από αυτές ειδικής χρήσεως που περιλαμβάνεται στο περιεχόμενο άλλης κατηγορίας (ΣτΕ 451/2003, 3756/2000). Εν όψει δε των κανόνων αυτών ρυθμίστηκαν και τα της τύχης τόσο των παλαιών (εχουσών ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983) αυθαιρέτων κατασκευών όσο και των νέων (ανεγειρομένων μετά την ημερομηνία αυτή). Στις αυθαίρετες κατασκευές των δύο αυτών κατηγοριών περιλαμβάνονται και οι παραβιάζουσες τους κανόνες περί των χρήσεων γης. Ως προς τις κατασκευές της πρώτης κατηγορίας (ανεγερθείσες μέχρι 31.1.1983) διατηρήθηκε μεν ο σύμφωνος με την ανωτέρω συνταγματική επιταγή κανόνας της κατεδαφίσεως, με παράλληλη όμως πρόβλεψη της δυνατότητας εξαιρέσεώς τους από την κατεδάφιση, η οποία όμως συνιστά απόκλιση από τον ανωτέρω κανόνα (ΣτΕ 3632/1992, 1700/1995, 3356/2005 7μελούς κ.ά.). Κατά συνέπεια, είναι στενώς ερμηνευτέες οι προαναφερόμενες διατάξεις (ΣτΕ 4236/1987, 1041/1990), με τις οποίες επιτρέπεται η εξαίρεση εάν υποβληθεί προς τούτο σχετική δήλωση και ύστερα από κρίση της πολεοδομικής αρχής ότι για τη συγκεκριμένη κατασκευή πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και δεν συντρέχουν τα αντικειμενικά και απόλυτα κωλύματα που προβλέπονται για την εξαίρεση στις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα δε, για τις κατασκευές που ευρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως, η κρίση περί οριστικής εξαιρέσεως από την κατεδάφιση είναι επιτρεπτή μόνον εάν προηγηθεί ένταξη της περιοχής αυτής σε πολεοδομικό σχέδιο, διότι διαφορετικά το αποτέλεσμα θα ήταν η γενικευμένη νομιμοποίηση αυθαιρέτων που θα καθιστούσε αδύνατο ή λίαν δυσχερή τον ορθολογικό σχεδιασμό κατά τους ανωτέρω κανόνες (ΣτΕ 3356/2005). Ως προς τις αυθαίρετες κατασκευές της δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή τις ανεγειρόμενες μετά την 31.1.1983, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν 1512/ 1985 (ΣτΕ 2565/2004, 3210/1998, 948/1989, 525, 2052/1988), και των οποίων η διατήρηση επίσης θα συνεπήγετο τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβιώσεως με τη νόθευση του βάσει των νέων κανόνων που τίθενται με τις διατάξεις αυτές υπό εκπόνηση ή ήδη εγκριθέντος πολεοδομικού σχεδιασμού, για τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχουν ληφθεί υπόψη μόνον οι δυνάμενες επιτρεπτώς να εξαιρεθούν της κατεδαφίσεως παλαιές κατασκευές που παραβιάζουν τους όρους δομήσεως και οι επιτρεπτώς δυνάμενες να διατηρηθούν χρήσεις που δεν περιλαμβάνονται στις πρόνοιες της πολεοδομικής ρυθμίσεως, ισχύει, σύμφωνα με την αυτή συνταγματική επιταγή, ο κανόνας της κατεδαφίσεως χωρίς την προαναφερόμενη εξαίρεση. Ο κανόνας δε αυτός επαναλαμβάνεται και από τον εισαχθέντα μετά το Σύνταγμα του 1975 ΓΟΚ του 1985, ο οποίος μάλιστα επιβάλλει την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών ακόμα και αν δεν παραβιάζουν τις πολεοδομικές διατάξεις, εκτός αν οι ενδιαφερόμενοι μεριμνήσουν για την έκδοση ή την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών, δυνάμει των οποίων θα έπρεπε να είχαν κατασκευαστεί τα σχετικά κτίσματα.

13. Επειδή, με την παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν 3044/2002, στο άρθρο 17 του Ν 1337/1983 το οποίο, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, δεν επιτρέπει την εξαίρεση από την κατεδάφιση των νέων αυθαιρέτων κατασκευών, εντός ή εκτός σχεδίων πόλεων ή οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923, προστέθηκε παρ. 14 που έχει ως εξής «Τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 15, όπως προστέθηκαν με την παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4) εφαρμόζονται και για τα αυθαίρετα του παρόντος άρθρου». Με την παρ. 4 δε του ίδιου άρθρου 8
Ν 3044/2002 προστέθηκε στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 22 του ΓΟΚ έτους 1985, όπως αντικαταστάθηκε με το ανωτέρω άρθρο 19 παρ. 3 του
Ν 2831/2000, το εξής νέο εδάφιο: «Απαγορεύεται η νομιμοποίηση της κατασκευής, αν κατά το χρόνο που ζητείται η νομιμοποίηση τα κτίσματα βρίσκονται μέσα στους χώρους που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν 1337/1983 ή σε περιοχές που ορίζονται στην υπουργική απόφαση, η οποία εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου ή τα κτίσματα συγκεντρώνουν τις οριζόμενες στην ίδια υπουργική απόφαση προϋποθέσεις».

14. Επειδή, η παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη παρέχει τη δυνατότητα να εξαιρούνται από την κατεδάφιση νέα αυθαίρετα εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών, και μάλιστα όχι μόνο τα ανεγερθέντα μετά την 31.1.1983 και έως τη δημοσίευσή της υφιστάμενα, αλλά και, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, όσα μεταγενεστέρως θα υπάρξουν, προσλαμβάνοντας έτσι η διάταξη αυτή χαρακτήρα πάγιας ρυθμίσεως. Κατά την αυτή διάταξη, η εξαίρεση, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 11, χωρεί και στην περίπτωση ανεπίτρεπτων χρήσεων και εγκρίνεται με απόφαση του νομάρχη ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου ΧΟΠ του νομού, έχει εφαρμογή επί κτισμάτων ή χρήσεων που αντίκεινται μεν στις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, αλλά έχουν ανεγερθεί ή εγκατασταθεί βάσει αδείας, η οποία εκδόθηκε ύστερα από έλεγχο της πολεοδομικής αρχής και μεταγενέστερα ανακλήθηκε για λόγο που δεν σχετίζεται με την υποβολή ανακριβών στοιχείων για την έκδοση της αδείας, εφ΄ όσον συντρέχουν οι σωρευτικές οριζόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν 1337/1983, λοιπές προϋποθέσεις. Λόγω δε της ταυτότητας του νομοθετικού λόγου, η τελευταία αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει, πέραν της περιπτώσεως της ανακλήσεως της οικοδομικής άδειας και την περίπτωση της ακυρώσεώς της με δικαστική απόφαση (ΣτΕ 3105/1990). Με αυτήν όμως τη ρύθμιση ανατρέπεται ο, σύμφωνος με τη συνταγματική επιταγή που διατυπώνεται με το άρθρο 24 του Συντάγματος και σε συμμόρφωση προς αυτή κανόνας που έχει τεθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν 1337/1983 και το άρθρο 22 παρ. 3 του ισχύοντος ΓΟΚ και κατά τον οποίο, προκειμένου να μη νοθευτεί ο κατά τους κανόνες που θεσπίστηκαν κατ΄ εφαρμογή της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως πολεοδομικός σχεδιασμός, απαγορεύεται η εξαίρεση από την κατεδάφιση νέων αυθαίρετων κατασκευών ή η κατ΄ εξαίρεση διατήρηση μη επιτρεπόμενων χρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι χρήσεις που είχαν εγκατασταθεί σε ορισμένο κτήριο στο παρελθόν και είχαν διακοπεί, επανεγκαταστάθηκαν δε μετά την οριζόμενη από την ανωτέρω διάταξη του Ν 1337/1983 ημερομηνία κατά παράβαση των ήδη ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων. Και τούτο διότι επιτρέπεται με τη ρύθμιση αυτή η εξαίρεση από την κατεδάφιση των ανωτέρω κατασκευών ή η κατ΄ εξαίρεση διατήρηση χρήσεων που παραβιάζουν τις τεθείσες πολεοδομικές ρυθμίσεις και ανεγέρθηκαν ή εγκαταστάθηκαν αντιστοίχως μετά την 31.1.1983, αλλά και θα ανεγείρονται ή θα εγκαθίστανται χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό στο μέλλον. Έτσι όμως ανατρέπεται ή επηρεάζεται δυσμενώς ο ορθολογικός σχεδιασμός και αποδυναμώνεται η εφαρμογή των όρων δομήσεως και των περιορισμών χρήσεως που έχουν θεσπιστεί ως οι ενδεικνυόμενοι για ορισμένη περιοχή και, πάντως, επέρχεται επιδείνωση των όρων διαβιώσεως, στην εξασφάλιση των οποίων αποβλέπει το πολεοδομικό σχέδιο, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη, ότι σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση, οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως αναφέρονται αυτοτελώς σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής, όπου τούτο κείται, από την τυχόν εφαρμογή του μέτρου σε άλλες περιπτώσεις νέων αυθαιρέτων ή και λόγω εξαιρέσεως από την κατεδάφιση παλαιών αυθαιρέτων. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις σκέψεις 9 και 12, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν 3044/2002 είναι αντισυνταγματική διότι αντιβαίνει στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, ανίσχυρη.

15. Επειδή, εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν 3044/2002, που καθιστά δυνατή, προκειμένου για τις μεταγενέστερες της 31.1.1983 κατασκευές (νέες κατασκευές), οι οποίες είναι αυθαίρετες γιατί παραβιάζουν τους ισχύοντες κανόνες δομήσεως και χρήσεων γης, την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση και τη διατήρηση της ανεπίτρεπτης χρήσεώς τους, είναι επιπροσθέτως αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, ανίσχυρη, διότι αντιβαίνει επίσης αφ΄ ενός μεν στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, αφ΄ ετέρου δε στη συνταγματική αρχή της ισότητας, εν όψει των εκτεθέντων στη σκέψη 10.

16. Επειδή, περαιτέρω, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος, η οποία θεσπίζει τη βασική ρύθμιση περί χωροταξικής και πολεοδομικής οργανώσεως της Χώρας και ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης», δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα, συμπεριλαμβανομένου του κοινού νομοθέτη. Έχει δε την έννοια ότι, ειδικά κατά τη θέσπιση χωροταξικών και πολεοδομικών ρυθμίσεων, τόσο ο κοινός νομοθέτης όσο και η Διοίκηση οφείλουν, προς επίτευξη του τασσομένου σκοπού της εξυπηρετήσεως της λειτουργικότητας και αναπτύξεως των οικισμών και της εξασφαλίσεως των καλυτέρων όρων διαβιώσεως, να λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα και τις εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης που αφορά στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Επομένως, νομοθετική ρύθμιση με τέτοιο περιεχόμενο είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, μόνον εφόσον έχει θεσπισθεί μετά από εκτίμηση ειδικής για την προτεινόμενη ρύθμιση επιστημονικής μελέτης (ΣτΕ Ολ 123/2007). Εξ άλλου, από την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 106 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξης όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας... 2. Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας» συνάγονται τα εξής. Η ύπαρξη συγκεκριμένης καταστάσεως η οποία θα έχρηζε, κατά την κρίση του νομοθέτη, νομικής προστασίας, ή περιστάσεως, η οποία θα έχρηζε κατά την κρίση του νομοθέτη, θετικής νομικής αντιμετωπίσεως, επιβάλλοντας προς τούτο τη θέσπιση εξαιρετικής πολεοδομικής ρυθμίσεως, κατ΄ απόκλιση πάγιας πολεοδομικής ρυθμίσεως, μπορεί να συνίσταται στην, χάριν της επιτεύξεως προεχόντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, προαγωγή της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας που προαπαιτεί την προς τούτο θέσπιση εξαιρετικής πολεοδομικής ρυθμίσεως. Τούτο όμως υπό την προϋπόθεση ότι από τη μελέτη που συνοδεύει την εκπόνηση της εν λόγω εξαιρετικής ρυθμίσεως προκύπτει ότι η άσκηση της προαναφερόμενης οικονομικής δραστηριότητας είναι απαραίτητη για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, ο οποίος εξ άλλου δεν μπορεί να επιτευχθεί με ανάπτυξη της οικονομικής αυτής δραστηριότητας μόνο σε περιοχές όπου η άσκησή της επιτρέπεται κατά τις πάγιες πολεοδομικές ρυθμίσεις, και γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο καθίσταται επιβεβλημένη η θέσπιση εξαιρετικής πολεοδομικής ρυθμίσεως. Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, το πολεοδομικό καθεστώς που προσήκει σε κάθε περιοχή καθορίζεται με το οικείο ΓΠΣ, για τη θέσπιση του οποίου τα αρμόδια πολεοδομικά όργανα λαμβάνουν υπόψη και συνεκτιμούν όλα τα συναφή πολεοδομικά κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ενδεδειγμένη για την περιοχή οικονομική δραστηριότητα. Η πολεοδομική λογική κάθε συγκεκριμένου ΓΠΣ δεν επιτρέπεται, κατά τα άρθρα 24 και 106 Συντ., να ανατραπεί με τη θέσπιση, από το νομοθέτη, εξαιρετικώς πολεοδομικών ρυθμίσεων, οι οποίες ισχύουν γενικώς για όλες τις περιοχές και που, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να εύρουν συνταγματικό έρεισμα σε μελέτη περί της σκοπιμότητάς τους. Η τυχόν ανάγκη να ασκηθεί κάποια οικονομική δραστηριότητα για εξαιρετικούς λόγους πρέπει, συνεπώς, να αντιμετωπίζεται με αντίστοιχη τροποποίηση κάθε ενός ΓΠΣ κατά την οικεία διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας θα εκτιμάται το συμβατό της οικονομικής δραστηριότητας προς το ισχύον πολεοδομικό καθεστώς της κάθε συγκεκριμένης περιοχής.

17. Επειδή, με την παρ. 8 του άρθρου 4 του Ν 2508/1997 (ΦΕΚ Α΄ 124) τίθεται ο κανόνας ότι «απαγορεύεται η χορήγηση οικοδομικών αδειών για την ανέγερση κτηρίων μη συμβιβαζομένων προς τη χρήση που τυχόν προβλέπει το εγκεκριμένο ΓΠΣ για τη συγκεκριμένη θέση....», με τη δε επόμενη παρ. 9, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 28 του Ν 2545/1997 (ΦΕΚ 254) ορίζεται ότι «Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν ισχύουν στις περιοχές ΓΠΣ εγκεκριμένων κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Τέλος, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 4 του Ν 2508/1997, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω αντικαταστάθηκε, με την παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν 3207/2003 (ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003) προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: «Ειδικότερα προκειμένου για ξενοδοχεία, τα οποία λειτούργησαν νόμιμα στο παρελθόν, έστω και αν διέκοψαν τη λειτουργία τους για οποιονδήποτε λόγο και τα οποία θα επαναλειτουργήσουν και θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας, οι απαγορεύσεις αυτές δεν ισχύουν, ακόμα και αν τα ξενοδοχεία αυτά βρίσκονται σε περιοχές χαρακτηρισμένες από το εγκεκριμένο ΓΠΣ ή ειδικό διάταγμα ως περιοχές «αμιγούς κατοικίας» και υπερβαίνουν σε δυναμικότητα τις 20 κλίνες υπό τον όρο ότι είχαν λειτουργήσει ως ξενοδοχεία πριν την έναρξη ισχύος του Ν 2508/1997. Η παρούσα διάταξη έχει αναδρομική ισχύ».

Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται η λειτουργία ξενοδοχείων, δηλαδή ειδική χρήση μη περιλαμβανόμενη στο περιεχόμενο της κατηγορίας «Αμιγής κατοικία», όπως αναφέρεται στη σκέψη 11, σε περιοχές που έχουν υπαχθεί ως προς τις χρήσεις γης στην τελευταία αυτή κατηγορία, με την επιδίωξη τα ξενοδοχεία που θα λειτουργήσουν υπό αυτό το εξαιρετικό πολεοδομικό καθεστώς να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας. Τούτο δε, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά είχαν λειτουργήσει οποτεδήποτε πριν την έναρξη ισχύος του Ν 2508/1997 ως ξενοδοχεία, και μάλιστα αδιαφόρως αν η χρήση αυτή ήταν σύμφωνη με τις τότε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Η ρύθμιση επομένως αυτή συνιστά απόκλιση από πάγια πολεοδομική ρύθμιση, επιτρέποντας την εν λόγω ειδική χρήση σε περιοχές όπου ισχύει ως χρήση η «αμιγής κατοικία», με σκοπό να καταστεί εφικτή η άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ξενοδοχειακής επιχειρήσεως σε περιοχές όπου αυτή δεν επιτρέπεται, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες του έτους 2004.

Η διάταξη αυτή περιελήφθη, ύστερα από τροπολογία που κατατέθηκε την 12.12.2003 στον ανωτέρω υπό τον τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων Ολυμπιακής Προετοιμασίας και άλλες διατάξεις» Ν 3207/2003, ο οποίος ρυθμίζει θέματα ολυμπιακής φιλοξενίας στα περιλαμβανόμενα ήδη από την κατάθεσή του ως σχεδίου άρθρα αυτού 6, 7 (παρ. 11α) και 8 (παρ. 17). Στην υπό την αυτή δε ημερομηνία αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την ανωτέρω τροπολογία αναφέρεται ότι
«3. Με την προτεινόμενη ρύθμιση ... αίρεται τυχόν αμφισβήτηση, ως προς το κατά πόσον επιτρέπεται ή απαγορεύεται η συνέχιση της χρήσης νόμιμα υφιστάμενων κατά την έκδοση του Ν 2508/1997 κτιρίων ξενοδοχείων, σε περίπτωση που το οικείο ΓΠΣ, το οποίο τέθηκε σε ισχύ μετά την νόμιμη ανέγερση και λειτουργία τους, δεν προβλέπει για την περιοχή τη χρήση αυτή. Το πρόβλημα αφορά ξενοδοχεία, που ανεγέρθησαν νόμιμα και λειτούργησαν στο παρελθόν, αλλά με μεταγενέστερη της ανέγερσής τους ρύθμιση του ΓΠΣ ή ειδικού διατάγματος η περιοχή όπου βρίσκονται χαρακτηρίστηκε ως περιοχή «αμιγούς κατοικίας», με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η νόμιμη επαναλειτουργία τους. Η προβλεπόμενη εξαίρεση αφορά σε ξενοδοχεία δυναμικότητας άνω των 20 κλινών, που είχαν λειτουργήσει νόμιμα πριν την έναρξη ισχύος του Ν 2508/1997, έστω και αν για οποιοδήποτε λόγο διέκοψαν τη λειτουργία τους, και τα οποία πρόκειται να εκσυγχρονιστούν και να επαναλειτουργήσουν πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 και θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας».

18. Επειδή η παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στις παρατιθέμενες στη σκέψη 16, συνδυασμένα ερμηνευόμενες και εφαρμοζόμενες, συνταγματικές διατάξεις. Και τούτο διότι στηρίζεται, για τον προσδιορισμό του λόγου θεσπίσεως της ρυθμίσεως, στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τη σχετική τροπολογία, η οποία εξαγγέλλει την επίτευξη της ολυμπιακής φιλοξενίας ως συνταγματικώς θεμιτό σκοπό, την προαγωγή του οποίου, με τη θέσπιση του αναφερθέντος εξαιρετικού πολεοδομικού καθεστώτος, επιδιώκει η επίμαχη ρύθμιση. Όμως δεν συνοδεύεται από ειδική μελέτη που να τεκμηριώνει επαρκώς τη ρύθμισή της ως απαραίτητη για την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της ολυμπιακής φιλοξενίας, του οποίου διαφορετικά η επίτευξη δεν θα καθίστατο εφικτή, ακόμα και αν ελαμβάνοντο μέτρα αναπτύξεως της ξενοδοχειακής δραστηριότητας σε περιοχές όπου αυτή επιτρέπεται, ενώ καμία δεν γίνεται αναφορά και στην ανάγκη αναδρομικής ρυθμίσεως, πριν δηλαδή τους Ολυμπιακούς αγώνες. Η έλλειψη δε αυτή ειδικής μελέτης καθίσταται περισσότερο εμφανής εάν ληφθεί υπόψη ότι με τον ανωτέρω Ν 3207/2003 συμπληρώνονται τα έχοντα βασικώς ήδη ρυθμισθεί με το άρθρο 2 του Ν 2947/2001 (ΦΕΚ Α΄ 228) θέματα ολυμπιακής φιλοξενίας με τις εξής ήδη αναφερθείσες διατάξεις του: α) Του άρθρου 6, υπό τον τίτλο «Θέματα Ολυμπιακής φιλοξενίας στον υπερτοπικό Ολυμπιακό πόλο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου της Αθήνας», που συνοδεύεται στο σχετικό σχέδιο νόμου από παράρτημα με αντικείμενο τη «χωροταξική και πολεοδομική θεώρηση της περιοχής υποδοχής του ολυμπιακού χωριού των δημοσιογράφων στον ολυμπιακό υπερτοπικό πόλο του Ολυμπιακού αθλητικού κέντρου της Αθήνας, β) του άρθρου 7 παρ. 11, που αφορά το όλως ειδικό θέμα του χαρακτηρισμού ως χώρου Ολυμπιακής φιλοξενίας των τουριστικών λιμένων Ζέας, Αλίμου και Φλοίσβου, στους οποίους προβλέφθηκε η φιλοξενία κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων των σκαφών των επισκεπτών και των σκαφών στα οποία θα φιλοξενούνται επισκέπτες και γ) του άρθρου 8 παρ. 17, όπου ως προς τα ξενοδοχειακά θέματα προβλέπεται μόνον ότι η οικοδομική άδεια για την επισκευή, μετασκευή, επέκταση ή ανακαίνιση ξενοδοχείων σε σχέση με τα οποία συνάπτεται σύμβαση με φορείς του Δημοσίου για τις ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας εκδίδονται από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Κ. Σακελλαροπούλου, η επίμαχη διάταξη του άρ. 12 παρ. 3 του Ν 3207/2003 αντίκειται, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, και στις διατάξεις των άρθρων 20, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Τούτο διότι, υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (χρόνος καταθέσεως της σχετικής τροπολογίας αμέσως μετά την προσφυγή της εκκαλούσης κατά της πράξεως διακοπής των εργασιών μετά την ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, απόφαση για εξαίρεση από την κατεδάφιση μετά την ψήφιση του νόμου) η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, καίτοι εμφανίζεται ως εισάγουσα γενικό κανόνα επιδιώκει κατ΄ ουσίαν την ανατροπή των δικαστικώς κριθέντων, υπό το πρόσχημα ρυθμίσεως, και μάλιστα αναδρομικώς, του «συνόλου» ομοίων περιπτώσεων κατά παραβίαση της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών, του δικαιώματος σε δικαστική προστασία και της αρχής της δίκαιης δίκης (πρβλ. ΕΔΔΑ 22.3.2006, Scordino κατά Ιταλίας Ν 36812/97) από το Δικαστήριο, με επίκληση στην αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας ως λόγου της προταθείσας διατάξεως μόνον της «τυχόν αμφισβητήσεως» του επιλυθέντος με την ανωτέρω δικαστική απόφαση θέματος, χωρίς να αναφέρονται λόγοι και στοιχεία, από τα οποία προέκυψε κατά τον ανωτέρω χρόνο προτάσεως και ψηφίσεως της τροπολογίας η ανάγκη θεσπίσεως της συγκεκριμένης αυτής ρυθμίσεως ως γενικού κανόνα. Τέλος, κατά τη γνώμη του Συμβούλου Θ. Παπαευαγγέλου, η επίδικη ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2 και 106, διότι με αυτήν αντιμετωπίζεται το συγκεκριμένο ζήτημα της ολυμπιακής φιλοξενίας σε χρονικό σημείο που απέχει ελάχιστα από την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων, κατά δε τα διδάγματα της κοινής πείρας, το επίπεδο στο οποίο αυτή παρείχετο επέβαλε στους ιδιοκτήτες των ξενοδοχείων υψηλές επενδύσεις που δεν ήταν δυνατόν να αποσβεσθούν κατά τη διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων και μόνο, αλλά μετά την πάροδο αρκετών ετών.

19. Επειδή, μετά την επίλυση των παραπεμφθέντων ζητημάτων, η Ολομέλεια, βάσει του άρθρου 14 παρ. 3 του
ΠΔ 18/1989, διακρατεί και εκδικάζει την υπόθεση.

20. Επειδή, εν όψει των προεκτεθέντων, η έκδοση των πράξεων που προσβλήθηκαν με τις αιτήσεις ακυρώσεως της ... και ακυρώθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση, όπως αυτές (οι πράξεις) αναφέρονται υπό στοιχεία β),
γ) και δ) στη σκέψη 3, δεν είναι νόμιμη, διότι οι εν λόγω πράξεις δεν βρίσκουν νόμιμο έρεισμα ούτε στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν 3044/2002 ούτε στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν 3207/2003, δοθέντος ότι αυτές είναι αντισυνταγματικές και, επομένως, ανίσχυρες. Ορθώς, επομένως, οι πράξεις αυτές ακυρώθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, και οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως της εκκαλούσας και ισχυρισμοί του παρεμβαίνοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Δεδομένου δε ότι, όπως αναφέρεται στη σκέψη 3, οι λοιποί λόγοι εφέσεως έχουν ήδη απορριφθεί με οριστικές διατάξεις της 3610/2007 αποφάσεως του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο αυτής, όπως και οι παρεμβάσεις.

[Επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. Διακρατεί και εκδικάζει την υπόθεση. Απορρίπτει τις παρεμβάσεις. Απορρίπτει την έφεση.]

Παρατηρήσεις

Με τη θεμελιώδους σημασίας αυτή απόφαση, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας βάζει ομόφωνα τέλος στις αυθαίρετες κατασκευές και στις αυθαίρετες χρήσεις που έχουν δημιουργηθεί μετά την 31.1.1983. Ταυτόχρονα δε αποκλείει κάθε προοπτική «νομιμοποίησης» ή «τακτοποίησης» των αυθαιρέτων «νέας γενιάς», των αυθαιρέτων, δηλαδή όσων χτίστηκαν μετά το
Ν 1337/1983.

1. Αυθαίρετη κατασκευή - Έννοια

Τον ορισμό της αυθαίρετης κατασκευής μας δίνει το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 22 του ισχύοντος ΓΟΚ, (ήδη παρ.1 του άρθρου 381 του ΚΒΠΝ), σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, που επιβάλλει την ύπαρξη οικοδομικής άδειας και η οποία ορίζει ότι αυθαίρετη είναι κάθε κατασκευή που εκτελείται: α) χωρίς οικοδομική άδεια, β) καθ' υπέρβαση της σχετικής άδειας, γ) με βάση άδεια οικοδομής που ανακλήθηκε μεταγενέστερα και δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, δηλαδή των περιορισμών που θέτουν οι γενικoί ή ειδικοί όροι δόμησης της συγκεκριμένης περιοχής (οικοδομικές και ρυμοτομικές γραμμές, συντελεστής δόμησης, ποσοστό, κάλυψης, μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος και επιτρεπόμενες χρήσεις), των διατάξεων του ΓΟΚ και του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ΕτΚ Δ΄ 59/1999).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νόμος διακρίνει δυο κατηγορίες αυθαιρέτων κατασκευών: 1) η πρώτη κατηγορία σχετίζεται με την οικοδομική άδεια, περιλαμβάνει δηλαδή τις κατασκευές εκείνες που έχουν ανεγερθεί χωρίς οικοδομική άδεια, παρά την ανάκληση της άδειας ή καθ' υπέρβαση αυτής και 2) η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις κατασκευές εκείνες που παραβιάζουν γενικώς την κείμενη πολεοδομική νομοθεσία. Οι κατασκευές της πρώτης κατηγoρίας χαρακτηρίζονται αυθαίρετες για τυπικoύς λόγους ενώ οι κατασκευές της δεύτερης κατηγoρίας για ουσιαστικούς λόγους. Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 (παρ. 3) του ΓOΚ 1985 και η τυπική απλώς παρανομία της κατασκευής συνιστά επαρκή λόγο χαρακτηρισμού της ως αυθαίρετης, ενώ η τυπική νομιμότητα που πιστοποιείται με την έκδοση οικοδομικής άδειας δεν αρκεί για να αποκρούσει την εφαρμογή της νoμoθεσίας για τις αυθαίρετες κατασκευές, δεδομένου ότι προσαπαιτείται και η ουσιαστική νομιμότητα, δηλαδή η συμφωνία της κατασκευής με την ισχύουσα νoμoθεσία.

2. Ιστορικό - Νομικό πλαίσιο

Μετά την έκδοση της ιστορικής υπ' αριθμ. 1876/1980 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η «αυτόματη» εξαίρεση από την κατεδάφιση (κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 720/1977) αυθαίρετων κατασκευών που υφίστανται σε ορισμένη χρονική στιγμή με μόνη τη δήλωση του ενδιαφερομένου και χωρίς να έχει προηγηθεί η κρίση της διοίκησης με βάση πολεοδομικά κριτήρια αντιβαίνει στο άρθρο 24 (παρ. 2) Συντ., ο νομοθέτης αναγκάστηκε να αναζητήσει άλλες, πολεοδομικώς προσφορότερες, πιο ανεκτές λύσεις του προβλήματος. Έτσι προήλθε ο Ν 1337/1983« Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ Α' 33), ο οποίος αφιερώνει το κεφάλαιο Β΄ (άρθρα 15-22) στις αυθαίρετες κατασκευές διακρίνοντας (στα άρθρα 15 και 16) τα αυθαίρετα σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που είχαν κατασκευαστεί πριν και σε αυτά που είχαν κατασκευαστεί μετά την 31η Ιανουαρίου 1983. Και για μεν τα «παλαιά» αυθαίρετα (που είχαν ανεγερθεί πριν από την ημερομηνία αυτή) προβλέπει αναστολή και οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση με τη συνδρoμή των οριζόμενων προϋποθέσεων, ύστερα από έκδοση της σχετικής απόφασης του νομάρχη, ενώ για τα ανεγειρόμενα μετά την ημερομηνία αυτή «νέα αυθαίρετα» αλλά και εκείνα από «τα παλαιά» που δεν εξαιρέθηκαν από την κατεδάφιση, ο νόμος θέσπισε τον, εναρμονιζόμενο με το άρθρο 24 (παρ. 2) του Συντάγματος και με τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, κανόνα της υποχρεωτικής κατεδάφισης από τους κυρίους τους ή και αυτεπαγγέλτως από τις πολεοδομικές αρχές, έστω και αν έχει αποπερατωθεl η κατασκευή ή εάν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. και ΣτΕ 3049/2004).

Εξάλλου, εκτός από τις διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων) που προβλέπονται από το άρθρο 17 του νόμου αυτού, οι μετέχοντες στην παραγωγή της αυθαίρετης κατασκευής αντιμετωπίζουν αυστηρές ποινικές κυρώσεις.

Δυστυχώς όμως, η διάταξη του άρθρου 17 του νόμου αυτού, η οποία επιβάλλει την υποχρεωτική κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών, έχει πολύ περιορισμένα εφαρμoστεί κυρίως λόγω του «πολιτικού κόστους» μιας τέτοιας πρακτικής.

Στη συνέχεια με τον ΓΟΚ/1985 (που έχει ήδη τροποποιηθεί με το άρθρο 19 του Ν 2831/2000, ΕτΚ Α' 140) εισάγεται ο θεσμός της με προϋποθέσεις νομιμοποίησης των νέων αυθαίρετων κατασκευών. Επί πλέον, με διατάξεις μεταγενέστερων νόμων, είτε συμπληρώνονται οι διατάξεις του Ν 1337/1983, είτε ρυθμίζονται αυτοτελώς θέματα σχετικά με αυθαίρετες κατασκευές.

Σε εφαρμoγή του Ν 1337/1983 εκδόθηκε τελικά το ΠΔ 267/1998 (ΕτΚ Α΄ 195), που ρυθμίζει τη διαδικασία διαπίστωσης, χαρακτηρισμού και κατεδάφισης των νέων αυθαίρετων κατασκευών, του οποίου όμως οι διατάξεις, που αφορούν στον τρόπο εκτίμησης της αξίας του αυθαιρέτου και τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, καταργήθηκαν ήδη με το άρθρο 6 της 9732/2004 Κοινής Απόφασης των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ, Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός των πρoστίμων ανέγερσης και διατήρησης των αυθαίρετων κατασκευών» (ΕτΚ Β΄ 468), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 (παρ. 6) του Ν 1337/1983 μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 9 (παρ. 2) του Ν 3212/2003 (ΕτΚ Α' 308).

Σημειωτέον ότι το περιεχόμενο των διατάξεων για τα αυθαίρετα στο μεγαλύτερο μέρος τους απoδίδεται ήδη στα άρθρα 381-409 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Noμoθεσίας (ΕτΚ Δ΄ 580).

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 (παρ. 7) του Ν 1512/1985 συμπληρώθηκε η διάταξη του άρθρου 15 του Ν 1337/1983 και ορίστηκε ότι αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση oφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 3210/1998 επταμ., 4291/1999, 2580/2001, 2565/2004), η διάταξη αυτή αναφέρεται στα «παλαιά» αυθαίρετα και δεν είναι επιτρεπτή η κατ' εφαρμογή της και με την συνδρομή των οριζόμενων σε αυτήν προϋποθέσεων εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων που έχουν ανεγερθεί μετά τις 31.1.1983. Ο λόγος, μάλιστα αυτός ερευνάται αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενος στην ορθή εφαρμογή του νόμου. (ΣτΕ 4291/1999, 3210/1998).

Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 8 (παρ. 5) του Ν 3044/2002 (ΕτΚ Α' 197) προστέθηκε παράγραφος 14 στο άρθρο 17 του Ν 1337/1983 και ορίστηκε ότι η παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν 1512/1985 εφαρμόζεται και για τα «νέα» αυθαίρετα. Ειδικά, για τα εκτός σχεδίου αυθαίρετα σημαντική είναι η 3356/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι η οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτου δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή αν δεν έχει προηγηθεί ένταξη της περιοχής σε πολεοδομικό σχέδιο, δεδομένου, ότι το αντίθετο θα είχε ως αποτέλεσμα τη γενικευμένη νομιμοποίηση αυθαιρέτων και θα καθιστούσε αδύνατο ή λίαν δυσχερή τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 (παρ. 2) του Συντάγματος. Αξιοσημείωτη στην απόφαση αυτή είναι και η άποψη της μειοψηφίας κατά την οποία, πυκνοδομημένες περιοχές αυθαιρέτων δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν στο σχέδιο πόλεως, γιατί η κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος ρυθμιστική αρμοδιότητα του Κράτους καθίσταται πλέον αναγνωριστική της αυθαίρετης ιδιωτικής πολεοδομικής δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα εξαίρεσης των αυθαιρέτων αυτών από την κατεδάφιση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν 1337/1983. Επί πλέον, κατά την ίδια γνώμη, αν στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο ή σε Ζώνη Οικιστικού ελέγχου ή σε διάταξη χωροταξικού ή πολεοδομικού νόμου προβλέπεται ότι μια εκτός σχεδίου περιοχή δεν θα είναι οικιστική, παύει να ισχύει η αναστολή κατεδάφισης αυθαιρέτου.

Τέλος, εκτός από τη διαδικασία αναστολής και οριστικής εξαίρεσης από την κατεδάφιση των «παλαιών» αυθαιρέτων (πριν από την 31.1.1983), με το άρθρο 9 (παρ. 8) του Ν 1512/1985 προβλέφθηκε αυτοτελής διαδικασία εξαίρεσης από την κατεδάφιση των «νέων» αυθαιρέτων (μετά την 31.1.1983) με απόφαση του νομάρχη, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις και η κατεδάφιση των οικείων κατασκευών θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή του ή θα παρέβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και εφόσον η διατήρηση αυτών εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνo την ασφάλεια της κατασκευής ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλης. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο βαθμό που εισάγει εξαίρεση από το γενικό κανόνα της κατεδάφισης, είναι στενώς ερμηνευτέα και συνεπώς οι αποφάσεις, με τις οποίες εγκρίνεται η εξαίρεση αυθαίρετης κατασκευής από την κατεδάφιση πρέπει σε κάθε περίπτωση να αιτιολογούνται ειδικώς, και να διαπιστώνεται η συνδρομή σωρευτικώς των απαιτούμενων προϋποθέσεων, ενώ αντίθετα, οι πράξεις με τις οποίες η Διοίκηση αρνείται να εγκρίνει την εξαίρεση, δεν χρειάζονται ειδικότερη αιτιoλoγία (βλ. ΣτΕ 3258/2003, 1014/2001, 2566/1999, 3240/1999, 1257/1999, 3058/1996, 2730/1993, 3632/1992, 3254, 958/1991, 2609/1990 κ.ά.).

3. Κατεδαφιστέα αυθαίρετη κατασκευή

Παρατηρείται ότι, κατά συνέπεια, η έννοια της κατεδαφιστέας αυθαίρετης κατασκευής μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων του ΓΟΚ/1985 πριν από την τροποποίησή τους με Ν 2831/2000, κατεδαφιστέες ήταν οι χωρίς οικοδομική άδεια κατασκευές οι οποίες: α) εξαρχής και άμεσα οι αυθαίρετες κατασκευές που παραβίαζαν ισχύουσες κατά τον χρόνο του ελέγχου ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, και δεν μπoρoύσαv να νομιμοποιηθούν με την έκδοση ή αναθεώρηση της υφιστάμενης οικοδομικής άδειας, β) μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης δίμηνης προθεσμίας οι λοιπές αυθαίρετες κατασκευές, δηλαδή εκείνες που δεν παραβίαζαν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο του ελέγχου. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων του ΓΟΚ/1985 μετά την τροποποίησή τους με το Ν 2831/2000, κατεδαφιστέες ήταν οι κατασκευές οι οποίες: α) (εξαρχής και άμεσα) όλες οι αυθαίρετες κατασκευές, τόσο εκείνες που έχουν εκτελεστεί χωρίς οικοδομική άδεια ή βάσει ισχύουσας ή μη ισχύουσας οικοδομικής άδειας, εφόσον παραβιάζουν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής τους και συνεπώς δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν με την έκδοση ή αναθεώρηση της υφιστάμενης οικοδομικής άδειας, β) (εξαρχής) εκείνες που έχουν εκτελεστεί χωρίς οικοδομική άδεια ή με βάση άδεια που έχει λήξει και δεν παραβιάζουν ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, γ) εξαρχής εκείνες που έχουν εκτελεστεί με βάση άδεια σε ισχύ και δεν παραβιάζουν ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις (π.χ. τον συντελεστή δόμησης της περιοχής), αλλά δεν έχει τηρηθεί ο διαγραφόμενος στην άδεια συντελεστής δόμησης, όγκου και το πεpίγραμμα της οικοδομής και δ) μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης τετράμηνης προθεσμίας οι αυθαίρετες κατασκευές βάσει οικοδομικής άδειας σε ισχύ, εφόσον έχει τηρηθεί το περίγραμμα, οι συντελεστές δόμησης και όγκου.

4. Οι κρίσεις της Ολ 3500/2009

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η τελευταία συνταγματικά ανεκτή εξαίρεση από την κατεδάφιση ήταν για τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν έως την 31.1.1983 και συνεπώς κάθε εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών (και χρήσεων) που έγιναν μετά την ημερομηνία αυτή, παραβιάζει όχι μόνο το άρθρο 24 του Συντάγματος (για το φυσικό και οικιστικό περιβάλλον), αλλά και τις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν το κράτος δικαίου, την ισότητα και τον σεβασμό στην αξία του ανθρώπου.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι μέχρι να τεθούν από το νομοθέτη οι βασικοί κανόνες πολεοδόμησης προς εκπλήρωση της σχετικής συνταγματικής επιταγής του άρθρου 24 παρ. 2 Συντ., είναι ανεκτή η πρόβλεψη της δυνατότητας εξαίρεσης από την κατεδάφιση κατασκευών που έχουν ανεγερθεί αυθαίρετα πριν από τη θέσπιση των κανόνων πολεοδομήσεως του Ν 1337/1983 (παλαιές κατασκευές), κατά τρόπο ώστε αφενός να μην αποδυναμώνεται ουσιωδώς η αποτελεσματικότητα των θεσπιζόμενων κανόνων και, αφετέρου, να μην προκαλείται βλάβη σε φυσικά οικοσυστήματα, οικιστικά σύνολα και πολιτιστικά στοιχεία που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας.

Είναι όμως αντίθετες προς την πιο πάνω συνταγματική επιταγή διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται η υπό τους αυτούς όρους εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών που ανεγείρονται μεταγενέστερα, μετά δηλαδή τη θέσπιση των ανωτέρω πολεοδομικών κανόνων, και κατά παράβαση των διατάξεων που αφορούν τους όρους και περιορισμούς δόμησης ή τις χρήσεις γης (νέες κατασκευές), δεδομένου ότι η εξαίρεση αυτή από την κατεδάφιση συνεπάγεται τη νόθευση και τη συνεχή ανατροπή του πολεοδομικού σχεδιασμού που έγινε βάσει των νέων πολεοδομικών κανόνων. Η εν λόγω ανατροπή που αφορά είτε τα κτήρια και τον τρόπο δόμησής τους είτε τη χρήση τους, έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης. Η ανατροπή αυτή επέρχεται ιδίως όταν οι όροι εξαίρεσης από την κατεδάφιση μιας νέας κατασκευής, που παραβιάζει τους όρους δόμησης ή διατήρησης μιας επανεμφανιζόμενης, αλλά μη επιτρεπομένης χρήσης δεν επιβάλλουν να εκτιμάται η πολεοδομική επιβάρυνση της περιοχής.

Ανακύπτει ζήτημα παραβίασης και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι οι νομοταγείς πολίτες που έχουν ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή τίθενται σε μειονεκτική μοίρα έναντι εκείνων των οποίων οι ανεγερθείσες ή διαρρυθμισθείσες οικοδομές είναι αυθαίρετες λόγω παραβίασης των ισχυόντων όρων δόμησης και χρήσεων γης αλλά εν τούτοις εξαιρούνται από την κατεδάφιση, με αποτέλεσμα οι πρώτοι μολονότι ενήργησαν κατά την ανέγερση ή διαρρύθμιση της οικοδομής τους μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που παρείχαν οι νόμοι, θα υφίστανται εφεξής τις δυσμενείς πολεοδομικές συνέπειες των αυθαίρετων κατασκευών των γειτόνων τους, οι οποίες διαφεύγουν την κατεδάφιση, αν και επιβαρύνουν τους όρους διαβίωσης.

Η εξαίρεση από την κατεδάφιση των ανωτέρω κατασκευών ή η κατ' εξαίρεση διατήρηση χρήσεων που παραβιάζουν τις πολεοδομικές ρυθμίσεις και ανεγέρθηκαν ή εγκαταστάθηκαν αντίστοιχα μετά την 31.1.1983, αλλά και θα ανεγείρονται ή θα εγκαθίστανται χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό στο μέλλον, ανατρέπει ή επηρεάζει δυσμενώς τον ορθολογικό σχεδιασμό. Επίσης, αποδυναμώνει την εφαρμογή των όρων δόμησης και των περιορισμών χρήσεων που έχουν θεσπιστεί ως οι ενδεικνυόμενοι για ορισμένη περιοχή. Πάντως, επιφέρει επιδείνωση των όρων διαβίωσης, στην εξασφάλιση των οποίων αποβλέπει το πολεοδομικό σχέδιο, λαμβανομένου επί πλέον υπόψη, ότι σύμφωνα με την επίμαχη ρύθμιση, οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης αναφέρονται αυτοτελώς σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα. Δεν εκτιμάται δηλαδή η συνολική επιβάρυνση της περιοχής, από την τυχόν εφαρμογή του μέτρου σε άλλες περιπτώσεις νέων αυθαιρέτων ή και λόγω εξαιρέσεως από την κατεδάφιση «παλαιών αυθαιρέτων». Με αυτά τα δεδομένα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν 3044/2002 είναι αντισυνταγματική διότι αντιβαίνει στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος.

Παράλληλα κρίθηκαν αντισυνταγματικές και, επομένως, ανίσχυρες οι διατάξεις του Ν 3207/2003 οι οποίες, για τις ανάγκες της ολυμπιακής φιλοξενίας, επιτρέπουν τη λειτουργία ξενοδοχειακών μονάδων σε περιοχές όπου δεν επιτρεπόταν τέτοια χρήση.

Συμπερασματικά: 1) για τις κατασκευές που ευρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως, η κρίση περί οριστικής εξαιρέσεως από την κατεδάφιση είναι επιτρεπτή μόνον εάν προηγηθεί ένταξη της περιοχής αυτής σε πολεοδομικό σχέδιο, διότι διαφορετικά το αποτέλεσμα θα ήταν η γενικευμένη νομιμοποίηση αυθαιρέτων που θα καθιστούσε αδύνατο ή λίαν δυσχερή τον ορθολογικό σχεδιασμό κατά τους ανωτέρω κανόνες (ΣτΕ 3356/2005).

2) Ως προς τις αυθαίρετες κατασκευές που ανεγέρθηκαν ή θα ανεγερθούν μετά την 31.1.1983, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν 1512/1985 ισχύει, σύμφωνα με την αυτή συνταγματική επιταγή, ο κανόνας της κατεδαφίσεως χωρίς την προαναφερόμενη εξαίρεση.

Βεβαίως οι ίδιες περίπου κρίσεις είχαν διατυπωθεί από πολλών ετών, ποτέ όμως από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επρόκειτο για αποφάσεις πενταμελούς ή επταμελούς συνθέσεως (ΣτΕ 3210/ 1998 7μελούς, 4291/1999, 2580/2001, 2565/2004, 3610/2007, 1543/2007, 3930/2008) που χρησιμοποιούσαν πιο «ήπια» ορολογία όπως ότι «δεν είναι, επιτρεπτή η κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 7 του Ν 1512/1985 εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων ανεγερθέντων μετά τις 31.1.1983».

Για πρώτη φορά, με την σχολιαζόμενη απόφαση η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ομιλεί περί «υποχρεωτικής κατεδαφίσεως» των αυθαιρέτων «νέας γενιάς». Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επικαλείται για το θέμα της εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυθαιρέτων την προσβολή των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το κράτος δικαίου, την ισότητα και τον σεβασμό αξίας του ανθρώπου.

5. Η σημασία της απόφασης της Ολομέλειας

Η συγκεκριμένη απόφαση εκλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία ενόψει και της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής της δημοσιεύσεώς της, δεδομένου ότι από το 1983 και μετά συνεχίστηκε η άνθηση των αυθαιρέτων, κυρίως σε εκτός σχεδίου, ακόμη και σε δασικές περιοχές, όπου έχουν οικοδομηθεί ολόκληροι οικισμοί αυθαιρέτων οικοδομών, καθώς τα πρόστιμα μέχρι το 2003 ήταν σχετικά χαμηλά, οι ιδιοκτήτες δε προσδοκούσαν σε κάποιου είδους νομιμοποίηση με πλάγιους τρόπους, όπως με τη μορφή της εξαίρεσης από την κατεδάφιση ή την εξασφάλιση ηλεκτροδότησης και παροχής νερού.

Ειδικότερα, σημαντικές αναμένονται οι συνέπειες των κρίσεων της απόφασης αυτής σε δύο κυρίως μεγάλα ζητήματα ήδη παγιωθεισών καταστάσεων:

1) Το ιδιαίτερα οξύ ζήτημα της ένταξης περιοχών αυθαιρέτων σε σχέδιο και κυρίως των περιοχών νέων (μετά το έτος 1983) αυθαιρέτων, καθώς η μόνη προοπτική τους είναι η κατεδάφιση.

2) Το ακόμη πιο οξύ ζήτημα των ημιυπαίθριων (υπέργειων και υπόγειων κλειστών χώρων), το οποίο προ ολίγων μηνών επιχειρήθηκε να λυθεί με την «τακτοποίησή» τους σύμφωνα με τις αμφιβόλου συνταγματικότητας διατάξεις του άρθρου 40 του Ν 3775/2009, (με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 του Ν 1577/85 περί ΓΟΚ) ρύθμιση, η οποία έχει επί του παρόντος ανασταλεί προκειμένου να μελετηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής στο σύνολό της.

Ωστόσο ο αποκλεισμός της δυνατότητας νομιμοποιήσεως των τελευταίων, (ιδίως όμως η προοπτική της κατεδάφισης των μη νομίμων στοιχείων τους) φαίνεται ιδιαίτερα σκληρός, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι αφενός μεν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων με ημιυπαίθριους χώρους πλήρωσαν ανά τετραγωνικό την αξία τους όπως ακριβώς και για το νόμιμο τμήμα του ακινήτου, αφετέρου δε στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ήταν αναγκασμένοι να συμφωνήσουν στην αγορά ακινήτου με ημιυπαίθριο, προκειμένου να αποκτήσουν καινούργιο σπίτι, αφού σε πολλές περιοχές ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο να βρεθεί καινούργια πολυκατοικία χωρίς ημιυπαίθριους χώρους.

Η μοναδική λύση για το δυσεπίλυτο αυτό πρόβλημα, προκειμένου μία νέα νομοθετική ρύθμιση να είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, θα ήταν ενδεχομένως η θέσπισή της μετά από σύνταξη ειδικής και λεπτομερειακής επιστημονικής μελέτης (ΣτΕ Ολ 123/2007), που θα λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα και τις εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης που αφορά στη συγκεκριμένη ρύθμιση και η οποία θα αποτυπώνει για κάθε συγκεκριμένη πολεοδομική ενότητα -«γειτονιά» πόσοι ακριβώς είναι οι ημιυπαίθριοι χώροι και ποιό ακριβώς είναι το ποσοστό αυτών σε σχέση με τους οικοδομημένους χώρους, ποιό ακριβώς είναι το ποσοστό επιβάρυνσης των συγκεκριμένων χώρων και επιδείνωσης των όρων διαβιώσεως της περιοχής, στην εξασφάλιση των οποίων αποβλέπει το πολεοδομικό σχέδιο. Αφού εντοπισθούν δε και δεσμευθούν οι κατάλληλοι (όσον αφορά στη θέση και τις διαστάσεις) χώροι στη συγκεκριμένη περιοχή, να επιδιωχθεί η απόκτησή τους με τα χρήματα των σχετικών προστίμων, που θα εισπραχθούν και η θέση τους στην κοινή χρήση, προς αποκατάσταση αν όχι και βελτίωση του σχετικού ισοζυγίου.

Χριστίνα Διβάνη,
Πάρεδρος ΝΣΚ